: , , , , ; , ; , ; , ; , ; , ; , ; (MM, xviii), . Metaph., of understanding, perceiving, knowing: ; () , , , , , , ; (, ) () , , , , (R, mg.), ; , , ; , ; , ; , ; , .† the ear Mt 13:16 Mk 7:33 Lk 22:50 I Co 2:9 12:16 I Pe 3:12 Lk 4:21 Ac 7:57 Lk 1:44 Ja 5:4 Mt 10:27 Lk 12:3 Ac 7:57 Mt 13:16 Re 2:7 11 17 29 3:6 13 22 13:9 Mt 11:15 13:9 43 Mk 4:9 23 7:16 Lk 8:8 14:35 Mt 13:15 Ac 28:27 Mk 8:18 Ro 11:8 Lk 9:44 Ac 7:51 ἐν τ. ὠσί εἰς τ. ὦτα ἀκούεσθαι γίνεσθαι εἰσέρχεσθαι εἰς τ. οὖς ἀκούειν πρὸς τ. οὖς λαλεῖν τὰ ὦ. συνέχειν ὁ ἔχων εἴ τις ἔχει οὖς ἀκουσάτω ὁ ἔχων ὃς ἔχει εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω τοῖς ὠ. βαρέως ἀκούειν ὦ. ἔχοντες οὐκ ἀκούειν ὦ. τοῦ μὴ ἀκούειν θέσθε εἰς τὰ ὦ. ἀπερίτμητος τοῖς ὠ. (LXX)
ear
the ear (physically or mentally)
Glosses per perspectief
oren, oor, wie oren
(a) the ear, (b) met: the faculty of perception.
ear
the ear (physically or mentally)
ear
οὖς genitive, ὠτός, τό, [in LXX chiefly for אֹזֶן ;] the ear: Mat.13:16, Mrk.7:33, Luk.22:50, 1Co.2:9 12:16, 1Pe.3:12; ἐν τ. ὠσί, Luk.4:21; εἰς τ. ὦτα ἀκούεσθαι, Act.7:57; γίνεσθαι, Luk.1:44; εἰσέρχεσθαι, Jas.5:4; εἰς τ. οὖς ἀκούειν, Mat.10:27; πρὸς τ. οὖς λαλεῖν, Luk.12:3; τὰ ὦ. συνέχειν (MM, xviii), Act.7:57. Metaphorical, of understanding, perceiving, knowing: Mat.13:16; ὁ ἔχων (εἴ τις ἔχει) οὖς ἀκουσάτω, Rev.2:7, 11 2:17, 29 3:6, 13 13:9; ὁ ἔχων (ὃς ἔχει, εἴ τις ἔχει) ὦτα (ἀκούειν) ἀκουέτω, Mat.11:15 13:9, 43, Mrk.4:9, 23 7:16 (R, mg.), Luk.8:8 14:35; τοῖς ὠ. βαρέως ἀκούειν, Mat.13:15 Act.28:27" (LXX) ; ὦ. ἔχοντες οὐκ ἀκούειν, Mrk.8:18; ὦ. τοῦ μὴ ἀκούειν, Rom.11:8; θέσθε εἰς τὰ ὦ., Luk.9:44; ἀπερίτμητος τοῖς ὠ., Act.7:51.† (AS)
Verwante woorden
Woorden met dezelfde consonantale wortel. Vink aan om hun vindplaatsen mee te tellen.